Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
12 / 11 / 2020

Χτες, με αφορμή ένα άρθρο που είχα δει, έγραψα ένα post για το πώς είναι δυνατόν κάποιος να διαβάζει κυρίως λογοτεχνία σε άλλη γλώσσα αλλά ο ίδιος να γράφει ελληνική λογοτεχνία. Σήμερα σκέφτηκα κάτι παραπλήσιο, κάτι που είναι εξίσου γλωσσολογικό ουσιαστικά, που έχει να κάνει με τη δύναμη και τις αδυναμίες της γλώσσας.

Ποτέ δεν έχει σχέση η γλώσσα στην οποία γράφεις. Η γλώσσα είναι πάντοτε αδύναμη να εκφράσει αυτό που θέλεις. Μπορεί να έχω μια κατάσταση μέσα στο μυαλό μου, πολύ έντονα – μπορεί να είναι μια σκηνή κυνηγητού, ή κάποιες σκέψεις ενός χαρακτήρα, ή κάποια συναισθήματα – και ξέρω ακριβώς πώς είναι αυτή η κατάσταση. Όμως ό,τι λέξεις κι αν πληκτρολογήσω, για κάποιο λόγο, μου φαίνονται λάθος. Δεν μου φαίνεται ότι μπορούν να εκφράσουν σωστά εκείνο που «βλέπω» μέσα στο μυαλό μου. Με τσαντίζει αυτό κάπου-κάπου. Είναι σαν να προσπαθείς να καταγράψεις μια βιωματική εμπειρία – κάτι που είναι, ουσιαστικά, ανέφικτο. Η πραγματικότητα δεν περιγράφεται με λέξεις· βιώνεται μόνο.

Αργότερα, όταν ξανακοιτάζω το κείμενο που έχω γράψει, απορώ με την αρχική μου αντίδραση. Συνήθως σκέφτομαι: Μα γιατί αυτό δε μου φαινόταν καλό; Δεν έχει κανένα πρόβλημα. Μια χαρά είναι οι λέξεις. Σου δίνουν να καταλάβεις τι γίνεται. Και ούτε είναι κακογραμμένες.

Τη στιγμή, όμως, που γράφω μπορεί να έχω μια τελείως διαφορετική εντύπωση για το θέμα. Γιατί προσπαθώ να γεφυρώσω εκείνο το αγεφύρωτο ουσιαστικά κενό ανάμεσα στη νοητική εμπειρία και στον γραπτό λόγο. Και υπάρχει περίπτωση οι λέξεις να μη μου φαίνονται αρκετές, η γέφυρα να μου μοιάζει πως έχει ανοίγματα, τρύπες, πως δεν είναι ολοκληρωμένη, πως θα πατήσεις σε μια από αυτές τις τρύπες και θα πέσεις.

Και προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου πως δεν είναι έτσι, πως η εμπειρία που έχω στο μυαλό μου μεταφέρεται μια χαρά στο γραπτό κείμενο. Άλλοτε τα καταφέρνω, άλλοτε όχι. Συνήθως το θέμα είναι παραισθητικό, όπως και οι περισσότερες ανθρώπινες εμπειρίες.

Όπως και νάχει, οι λέξεις ποτέ δεν είναι αρκετές. Αν κάποιος πρέπει να αναρωτηθεί για κάτι, είναι πώς θα μπορούσαν ποτέ να επαρκούν για να γεφυρώσουν αυτό το κενό από τη σκέψη στο γραπτό κείμενο. Σε οποιαδήποτε γλώσσα.

 

 

Επίσης . . .

Επιλογές Αυγούστου (5/8)


Sibylle Ruppert (βιομηχανικός, σκοτεινός σουρεαλισμός) 10 ταινίες (από την ανατολική Γερμανία) TikTok Farlands (ένας κρυφός κόσμος) Η Google θα κάνει τα smart phones σας ακόμα πιο περιοριστικά (απαγορεύοντας στον οποιονδήποτε να τρέξει δικό του app) Οι Ευρωπαίοι ψηφίζουν (για τις εικόνες στα νέα χαρτονομίσματα) Trompe-L’œil (ένας κρυμμένος κόσμος σκέλεθρων) Solarpunk (μουσική) Η Shell κερδίζει (από τον πόλεμο) Ένας ερημίτης (στις κατακόμβες του Παρισιού) Καρλ Γιουνγκ και συγχρονικότητα (ο μυστικισμός των συμπτώσεων) Ο νεοναζισμός στις ΗΠΑ (βίντεο) Maxfield Parrish (μαγευτική τέχνη) Περίπλοκοι χαρακτήρες (σε Howard, Grell, Wolfe, Dostoevsky) Ars Notoria (και η Άμεση Γνώση) LinX (έρχονται πολλά ακόμα)

 

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...